Είναι ένας μήνας περίπου που αγόρασα το τελευταίο βιβλίο της Λένας Μαντά, με τίτλο ταξίδι στη Βενετία. Και ενώ περίμενα ότι θα με ταξιδέψει όπως παλιά, στα πρώτα της βιβλία, σε όμορφους κόσμους από χαρακτήρες και διαφορετικές ζωές, πιο πολύ με ταξίδεψε στη γέφυρα των στεναγμών δίχως λύτρωση και σωτηρία.

Η ιστορία ξεκινάει με ενθουσιασμό αφορμής ενός ταξίδιού στη Βενετία ανάμεσα σε  φίλες που το είχαν ανάγκη για να αφήσουν πίσω τα βασανά τους και η αφήγηση της κάθε ιστορίας με την μορφή του ταξιδιού στο χρόνο, αρχίζει να σε πηγαίνει προς τα πίσω και ας μεγάλωναν οι ηρωίδες ηλικιακά κατά την αφήγηση. Σαν μία βόλτα με τις γόνδολες σε ένα κανάλι στη Βενετία με αντίθετη φορά, προς τα πίσω. Μόνο που κάθε κύμα, αγκάλιαζε μία στιγμή ενός χαρακτήρα και μετά το επόμενο, σε πήγαινε σε ταρακούνημα από αλλαγή σε αλλαγή χωρίς να προλάβεις να συνηθίσεις τον κόσμο και την ψυχοσύνθεση της μίας ηρωίδας, έχεις ήδη εισχωρήσει στην ζωή της επόμενης και ούτω καθεξής…

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, η Βενετία, μία αρχοντική παρουσία που ήρθε να αλλάξει την ζωή των ηρωίδων αφού αποτελεί σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα των γεγονότων της ζωής τους. Καθώς εξιστορούνταν η δική της, μαθαίναμε και την ζωή των υπολοίπων, κάτι που συμβαίνει σαφώς σε όλα τα μυθιστορήματα μα εδώ δεν υπήρχε λύτρωση για καμμία ηρωίδα.

Σε αυτήν την ιστορία όμως κουράστηκα πολύ νωρίς, ούσα αναγνώστρια, με την παρουσία τόσων  πολλών χαρακτήρων, πρέπει να μέτρησα πάνω από 25 και αποσυντονίστηκα, από την απουσία του αφηγητή στο ρόλο του παντογνώστη. Γιατί να είναι αυτή η ιστορία τόσο πολύ σημαντική και ποιος πραγματικά την διηγείται όταν ο χαρακτήρας της Βενετίας πεθαίνει προς το τέλος; Εν απουσία δομής αφού η αφήγηση έβρισκε νερό και στεριά συνεχώς και το βλέμμα μου προσπαθούσε να επιπλεύσει στην ζωή κάποιου βασικού χαρακτήρα για να περιηγηθεί στην ιστορία.

Δυστυχώς δεν διάβασα κανέναν διαφορετικό ήρωα, όπως των ηρώων, το σπίτι δίπλα στο ποτάμι, στο Βαλς με 12 θεούς,  που διασκευάστηκε ανεπιτυχώς στην τηλεόραση πριν από καιρό, η Ντότα, (Με λένε Ντότα), η αγαπημένη μου Κλέλια(Ταξίδι στη βροχή) και η μητέρα της (ζωή σε πόλεμο) στο προηγούμενο βιβλίο όμως επειδή η αναφορά στην άσχημη σχέση που είχε με εκείνη, γέννησε την ανάγκη για δημιουργία ενός στοργικού χαρακτήρα με την μορφή της μητρικής προστασίας, όπως της Βενετίας ως ένδειξη μεταμέλειας κάτι που με ξένισε πέρυσι και στεναχώρεθηκα γιατί με συγγραφικό ταλέντο, μπορείς να γράψεις ένα γράμμα στο γονιό που σε πλήγωσε, να γνωρίζει τα συναισθήματα σου, και να συγχωρέσει ο ένας τον άλλον πρίν το τέλος, προτού γίνει η πονεμένη ιστορία best seller ενώ θα μπορούσε να είναι απλά ένα ταπεινό ημερολόγιο με λουκέτο σε μυστικά!

Στο ταξίδι στη Βενετία, οι χαρακτήρες μιλούσαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο πλην της Βενετίας στην αρχή με την χρήση της ντοπιολαλιάς των Επτανήσων. Η χρήση της Βενετίας ως χώρος δράσης της ιστορίας εκμεταλλεύτηκε πολύ λίγο στην αρχή και μετά κομμάτια ξενάγησης αναφέρθηκαν σε σημεία που δεν χρειαζόντουσαν όπως η συμβουλή της Βενετίας στο βιασμό της Μάνιας.

Νομίζω πως η Λένα Μαντά ούσα γλυκύτατη και επικοινωνιακή χρειαζόταν να κάνει κατάδυση σε πιο βαθιά νερά και να ασχοληθεί με πιο σημαντικά ζητήματα που ήθελε να φέρει στο φως μέσα σε αυτήν την ιστορία. Αυτό το βιβλίο θα έπρεπε να επιμεληθεί καλύτερα από την ίδια ως δομή και να αφαιρεθούν πολλά γεγονότα που δεν χρειαζόντουσαν ως αναφορά και να είναι το μισό και σε πλήθος χαρακτήρων μα και δράματος. Ίσως να χρειάζεται να επιστρέψει νοερά στις σημειώσεις της δημιουργικής γραφής και να αλλάξει μοτίβο αφήγησης, δομής και διάπλασης χαρακτήρων με περιεχόμενο και συγκρούσεις, τις χρονικές μεταφορές στο παρελθόν στο παρόν και στο μέλλον. Μία μικρή αλλαγή σε concept, όπως η ενασχόληση με αστυνομικό βιβλίο στα 5 κλειδιά που διασκευάστηκε επίσης ήταν μία πολύ καλή εισαγωγή στο κόσμο του αστυνομικού μυθιστορήματος και θα ήταν όμορφο να έχει μία συνέχεια στο επικείμενο μέλλον από την ίδια.

Διαβάζοντας το εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως στην αρχή, νιώθεις ότι θα είναι ένα πολύπλευρο μυθιστόρημα ως προς τις εξελίξεις και από σελίδα σε σελίδα αναζητάς μία εκδρομή προς μία ενδιαφέρουσα πλοκή. Αναφερόμενη η ίδια ότι αγχώθηκε ως προς την ολοκληρωσή του και ότι βγήκε εκτός της οργάνωσης δομής, μπορώ να την δικαιολογήσω ότι ίσως έχει κουραστεί και χρειάζεται ένα συγγραφικό διάλειμμα από ιστορίες που αγχώνουν τον αναγνώστη αντί να τον ψυχαγωγούν. Γράφουμε για να μοιραστούμε μία ιστορία στους αναγνώστες και όχι να αποφορτίστούμε από τα πάθη και δεινά μας και να ελαφρύνει η ψυχή μας.

Ίσως να μου γίνει μάθημα την επόμενη φορά που θα αγοράσω ένα εμπορικό βιβλίο, πλην την υπογραφή του χρυσού του ονόματος να το ξεφυλλίσω λίγο για να δω αν με αφορά πραγματικά ή τον επόμενο πελάτη πίσω από εμένα στο βιβλιοπωλείο.

Κωνσταντίνα Δήμου